Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ήταν Άνθρωπος...



Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα…

Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη… θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δε σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα.

Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.

Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δε μίλησε. Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό.

Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται».

Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της. Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος.

«Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δε θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοια τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση. Αλλά’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια».

Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης. Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα». Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής.

Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουγε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη. Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση.

Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: «Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…».

 ΠΗΓΗ
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Οι 3 τρείς αλήθειες!!!


Σύμφωνα με τον Χόρχε Μπουκάϊ.

Πρώτη αλήθεια

Αυτό που είναι, είναι.
Η πραγματικότητα δεν είναι όπως με συμφέρει εμένα να είναι.
Δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι.
Δεν είναι όπως μου είπαν ότι θα είναι.
Δεν είναι όπως ήταν.
Η πραγματικότητα γύρω μου είναι όπως είναι.
Η αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο όταν έχουμε συναίσθηση της παρούσας κατάστασης.
Εγώ είμαι αυτός που είμαι.
Δεν είμαι αυτός που θα ήθελα να είμαι.
Δεν είμαι αυτός που θα έπρεπε να είμαι.
Δεν είμαι αυτός που η μαμά μου θα ήθελε να είμαι.
Δεν είμαι καν αυτός που ήμουν.
Είμαι αυτός που είμαι.
Όλες οι νευρώσεις ξεκινούν από τη στιγμή που προσπαθούμε να είμαστε αυτό που δεν είμαστε.
Εσύ είσαι όπως είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως χρειάζομαι να είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως ήσουν.
Εσύ δεν είσαι όπως συμφέρει εμένα να είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως θέλω εγώ να είσαι.
Εσύ είσαι όπως είσαι.
Ο ορισμός μιας ώριμης και αληθινής σχέσης είναι η ανιδιοτελή προσπάθεια να δημιουργείς χώρο στον άλλον, ώστε να μπορεί να είναι όπως είναι.

Δεύτερη αλήθεια
 

Τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν.
Αν επιθυμώ κάτι που είναι καλό για ‘μένα, θα όφειλα να ξέρω ότι θα πληρώσω κάποιο αντίτιμο γι’ αυτό.
Οπωσδήποτε αυτή η πληρωμή δεν είναι πάντα χρηματική (αν χρειάζονταν μόνο τα χρήματα, θα ήταν τόσο εύκολο!). Το αντίτιμο είναι κάποιες φορές υψηλό κι άλλες φορές πολύ χαμηλό, αλλά πάντα υπάρχει. Γιατί τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν.
Αν οι γύρω μου μου προσφέρουν κάτι, αν μου συμβαίνει κάτι καλό, αν ζω καταστάσεις ευχάριστες και απολαυστικές, είναι επειδή τις έχω κερδίσει. Τις έχω πληρώσει, τις αξίζω.
Μόνο για να προετοιμάσω τους απαισίοδοξους και για να αποθαρρύνω τους καιροσκόπους, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι η πληρωμή γίνεται πάντα προκαταβολικά: το καλό που ζω το έχω ήδη πληρώσει. Πληρωμή με δόσεις, δε γίνεται.)

Τρίτη αλήθεια
 

Είναι αλήθεια ότι κανείς δε μπορεί να κάνει πάντα αυτό που θέλει, αλλά ο καθένας μπορεί να ΜΗΝ κάνει ΠΟΤΕ αυτό που ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ.
Ποτέ να μην κάνω αυτό που δεν θέλω.
Αν είμαι ενήλικος, κανείς δε μπορεί να με αναγκάσει να κάνω κάτι που δεν θέλω. Αρκεί να καταφέρω να απαλλαγώ απ’ την ανάγκη μου να βλέπω κάποιους να με επικροτούν, να με χειροκροτούν, να με αγαπούν.
Το να μάθει κανείς να ζεί σύμφωνα με αυτή την αλήθεια, δεν είναι εύκολο πράγμα. Και κυρίως, δεν είναι δωρεάν.
(Τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν κι αυτό είναι κάτι καλό).
Το κόστος είναι ότι όταν κάποιος τολμάει να πει ”όχι” αρχίζει να ανακαλύπτει κάποιες άγνωστες πλευρές των φίλων του: το σβέρκο, την πλάτη και όλα τα σημεία που γίνοντα ορατά μόνο όταν ο άλλος φεύγει.

Χόρχε Μπουκάϊ
Διαβάστε περισσότερα »

ΕΚΤΟΞΕΥΟΜΑΙ!!

Το να ζεις εναρμονισμένος με την Πρόθεση, είναι εκπληκτικό!!
Τα πάντα είναι δυνατά!!
Αυτό δεν έχει να κάνει με μαγικές τελετουργίες και μυστηριακές επικλήσεις!!
Απλά, εκτοξεύεσαι προς το Άπειρο, αφήνοντας όλες τις άμυνες και τους φόβους πίσω.
Δεν σου χρειάζονται γιατί όλη η Δύναμη του Σύμπαντος βρίσκεται στην διάθεσή σου. Βρίσκεται ακριβώς μέσα στην πραγματική σου φύση.
Ζήτησε οτιδήποτε και θα σου δοθεί.
Ζήτησε θεραπεία.
Ζήτησε αγάπη.
Ζήτησε κατανόηση.
Ζήτησε καθοδήγηση.
Ζήτα θαύματα.
Ζήτα οτιδήποτε, χωρίς να ντρέπεσαι για τίποτα. Είναι
κληρονομικό σου δικαίωμα.
Δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι για να κερδίσεις την εύνοια του Θεού.
Ζήτησε και θα σου δοθεί.
Η ευχή σου είναι εντολή του Αγίου Πνεύματος.
Βέβαια, να είσαι έτοιμος για εκπλήξεις. Όταν έχεις αναθέσει την ζωή σου στην Πρόθεση ο προσωπικός σου προγραμματισμός μπορεί να τιναχτεί στον αέρα. Το Σύμπαν μπορεί να έχει άλλα σχέδια για σένα και Αυτό ξέρει καλύτερα. Εμπιστεύσου Το.
Πες πως εκτοξεύεσαι και έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί πλησιάζεις περισσότερο τον Προορισμό σου.
Απλά, λοιπόν, κάνω αυτό:
Ησυχάζω και αφήνω κατά μέρος όλες τις σκέψεις για το τι είμαι και τι είναι ο Θεός ∙ όλες τις αντιλήψεις που έχω για τον κόσμο, όλες τις εικόνες που έχω για τον εαυτό μου.
Αδειάζω το μυαλό μου από οτιδήποτε πιστεύω ότι είναι σωστό ή λάθος, καλό ή κακό, κάθε σκέψη που κρίνω άξια ή ανάξια, καθώς και όλες τις ιδέες για τις οποίες ντρέπομαι.
Δεν κρατιέμαι από τίποτα.
Μην παίρνω μαζί μου ούτε μία σκέψη που μου έχει διδάξει το παρελθόν, ούτε μια πεποίθηση από πριν για τίποτα και για κανέναν.
Ξεχνάω αυτό τον κόσμο και έρχομαι με εντελώς άδεια χέρια.
Εξάλλου Αυτός δεν είναι που γνωρίζει το δρόμο για μένα; Εγώ δεν χρειάζεται να ξέρω τον δρόμο προς Αυτόν.
Το μόνο που εγώ έχω να κάνω είναι να επιτρέψω σε όλα τα εμπόδια που έχω παρεμβάλλει ανάμεσα στον Παιδί και τον Πατέρα, να απομακρυνθούν ήσυχα για πάντα. Ο Πατέρας μου θα επιτελέσει το δικό Του μέρος με χαρμόσυνη και άμεση ανταπόκριση.
Ζήτησα και θα μου δοθεί.
Ας μην έχω όμως άμεσα αιτήματα, ούτε να Του υποδεικνύω το τρόπο με τον οποίο Αυτός θα μου εμφανιστεί. Ο τρόπος για να Τον φτάσω είναι απλά να Τον αφήσω να είναι.
Σήμερα, λοιπόν, ας μην διαλέγω τον δρόμο που θα πορεύομαι προς Αυτόν.
Διαλέγω, όμως, να Τον αφήσω να έρθει.
Και με αυτή την επιλογή αναπαύομαι.
Και εκτοξεύομαι!!!
Πατέρα, δεν γνωρίζω τον δρόμο προς τα Σένα. Αλλά σε έχω καλέσει και μου έχεις απαντήσει. Εγώ δεν θα ανακατευτώ. Δικό σου είναι ο τρόπος που θα σε βρίσκω και θα σε ακολουθώ. Και δεν ζητώ, παρά μόνο το θέλημά Σου, το οποίο είναι και δικό μου, να γίνει και στον ουρανό και στην γη.
Αμήν.
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Ρολόγια Δολοφόνοι!!!


Μαχαίρια οι δείκτες

“Ωρα γεννήσεως: 07:36 πρωινή”. Σ’ αυτό το παιδικό μου το βιβλιάριο καταγράφονται όλα. Το πρώτο μου χαμόγελο. Τα πρώτα μου εμβόλια. Η πρώτη φορά που άναρθρες λεξούλες βγήκαν από το στόμα μου. Το μελί χρώμα των ματιών μου. Πρώτα και πάνω απ’ όλα όμως, σημειώνεται με έμφαση σε ποια θέση βρισκόντουσαν του ρολογιού οι δείκτες τη μοναδική εκείνη στιγμή που αντίκρισα το φως αυτού του κόσμου. Ακόμα και πριν από το ίδιο το όνομα που μου δόθηκε, το θρήσκευμα, τον πατέρα και τη μάνα, σχηματίστηκε η ώρα που άφησα βίαια της μήτρας τη θαλπωρή και ξέσπασα σε έντονα κλάματα μωρουδιακά. Ο χρόνος. Σαν μια στάμπα που σφράγισε μια και καλή την ύπαρξή μου, που ποτέ δεν έπαψε να μου καθορίζει τη ζωή σε όλα της τα στάδια. Άλλοτε να νιώθω την ανάσα του στο σβέρκο μου την ώρα που με κυνηγά, άλλοτε να τρέχω και να πέφτω και να ξανατρέχω λαχανιάζοντας ξοπίσω του, άλλοτε να μοιάζει με κλεψύδρα που αδειάζει σε δευτερόλεπτα και άλλοτε να γίνεται βουνό που θέλεις αιώνες για να ανεβείς στην κορυφή του. Και πάντοτε καμουφλαρισμένος και καλά κρυμμένος μέσα σε ρολόγια όλων των ειδών και όλων των θέσεων. Στο χέρι, στο κομοδίνο, στον τοίχο απέναντι, πάνω από το τζάκι, στην κουζίνα, στο αυτοκίνητο δίπλα από τα χιλιόμετρα, στο κινητό τηλέφωνο, στην οθόνη του υπολογιστή στη γωνία κάτω δεξιά, σε φωτογραφίες, σε εισιτήρια, σε ειδικούς αριθμούς τηλεφωνικούς που τους καλείς μην τυχόν και χάσεις την επαφή με τον χρόνο. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι…

Έλα, ξύπνα, θα χάσεις το σχολικό και θα αργήσεις στο σχολείο. 07:49. Αχ, να μπορούσα λίγο ακόμα να μείνω στο κρεβάτι μου, είναι σκέτο βασανιστήριο αυτό το ψηφιακό ρολόι που αναβοσβήνει συνεχώς απέναντί μου και κάνει να φεύγουν τα λεπτά λες και είναι δευτερόλεπτα. 07:50. 07:51. 07:55. 08:03. Ε! Τι στο διάολο γίνεται εδώ πέρα; Ίσα που έκανα να κλείσω τα βλέφαρά μου για μια τόση δα στιγμή και είναι λες και ο χρόνος κάνει ζαβολιές και πηδάει δυο-δυο τα λεπτά. Κατέβα, πλύνε δόντια, φτιάξε την τσάντα, στο είπα ότι έπρεπε να την είχες φτιάξει από εχτές, μην μπερδεύεις ρε τις κάλτσες, άλλο ζευγάρι είναι αυτό, φιλιά, να προσέχεις, θα σε περιμένω μετά, μην αργήσεις. Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η βασιλεία Σου. Παιδιά, σήμερα θα κάνουμε ένα πρόχειρο τεστ, βγάλτε στυλό και χαρτί. Έχετε 40 λεπτά. 30 λεπτά. 10 λεπτά. Δεν προλαβαίνω. Τέλος χρόνου! Λοιπόν, δεν ξέρω τι γίνεται, αλλά αυτό το παλιακό ρολόι που κρέμεται στραβά σε εκείνο τον σάπιο τοίχο δεν λέει να ξεκολλήσει. Πριν λίγο κοίταξα και είναι λες και δεν δουλεύει καν. 10:23. Ακόμα! Ξανακοιτάω, το ίδιο! Βρε μπας και το έβαλαν επίτηδες για να μην έχουμε το μυαλό μας στο διάλειμμα; 10:24. Εντάξει, αυτή η ώρα για να περάσει θα μου φανεί μήνας ολόκληρος. 10:44. Ουφ, κάτι γίνεται. ‘Έξι λεπτά ακόμα και θα βγούμε έξω να παίξουμε. Ντριν. Διάλειμμα δέκα λεπτών. Τι να πρωτοκάνεις σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα; Να τρέξεις; Να ερωτευθείς; Να παλέψεις; Να φας; Ντριν. Τα κεφάλια πάλι μέσα. Άντε πάλι από την αρχή. Ώχου!

Λοιπόν, θα βγεις με τον όρο ότι θα είσαι πίσω πριν από τις 02:00. Καλά, εντάξει, μαλακίες, όλα τα παιδιά στην ηλικία μου γυρνάνε όποια ώρα γουστάρουνε, μερικά δεν γυρνάνε καν πριν φέξει ο ήλιος, πάλι με το μυαλό καρφωμένο στο ρολόι θα είμαι. Αυτό που άκουσες. Θα πρέπει να μάθεις να διαχειρίζεσαι τον χρόνο σωστά, να τον εκμεταλλεύεσαι αναλόγως και να προσαρμόζεσαι. 00:46. 00:58. 01:22. Φιλαράκι, έλα να σε κεράσω, έχουμε ώρα μπροστά μας, μην αγχώνεσαι, ρε μάγκα. 01:51. Να σου πω, πρέπει σιγά-σιγά να την κάνω, πρέπει να γυρίσω στο σπίτι, ο γέρος μου θα μου τις βρέξει αν αργήσω έστω και ένα λεπτό, αυτή είναι η συμφωνία. Εντάξει μωρέ, πως κάνεις έτσι, δεν θα πάθεις και τίποτα αν κάτσεις μαζί μας για λίγη ώρα παραπάνω. Να, έλα να σου γνωρίσω τη φίλη μας, δεν βλέπεις που σε κοιτάζει τόση ώρα και περιμένει να της πεις μια κουβέντα, εσύ αντί να διασκεδάζεις κοιτάς συνέχεια το κινητό σου. Ναι, χάρηκα για τη γνωριμία, ναι, σε θυμάμαι, σε εχώ δει κάπου, σε ξέρω, πόσο όμορφα χαμογελάς, πρέπει να φύγω γαμώτο, έλα, έναν χορό ακόμα, για μένα, μη μου χαλάς το χατίρι, με έπαιρναν από το σπίτι τηλέφωνο και το είχα στο αθόρυβο. 02:44. Πω, θα με σκοτώσει ο πατέρας μου, φίλησέ με πάλι, δεν προλαβαίνω. Κάποια άλλη φορά. Νεαρέ, τι ώρα είναι αυτή; Επειδή δεν τήρησες όσα είπαμε, θα υποστείς τις συνέπειες. Στο δωμάτιό σου για όλο το Σαββατοκύριακο. Για να κάτσεις να μετράς την ώρα και να θυμάσαι ότι αυτό πρέπει να κάνεις από εδώ και πέρα αν θες να πας μπροστά. Κι είναι μόλις 10:32. Πω, άλλες 40 ώρες εδώ μέσα!

Ιδρώνουν τα δάχτυλά μου από την αγωνία. 21:33. Μα που είναι; Λες να με στήσει; Λες να το ξέχασε; 21:41. Εγώ φταίω που έρχομαι στα ραντεβού μου ακριβώς στην ώρα μου για να φανώ συνεπής. Να τη! Άργησα; Λιγάκι. Δεν πειράζει. Τι θα πάρουμε; Δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Για ένα ποτό μόνο ίσως. Είσαι τόσο όμορφη και απόψε. Δεν έβλεπα την ώρα να σε δω. Άλλο το αν έβλεπα μόνο την ώρα συνεχώς μέχρι να έρθεις. Χαχα. 22:14. Να ξαναβγούμε. Γιατί όχι; 22:51. Θες να σε πάρω σπίτι; Θα πάρω ταξί, σ’ ευχαριστώ. Πόσο πάει η ταρίφα; Ανάλογα με την ώρα που απαιτείται για τη διαδρομή, κυρία μου. 23:03. Καληνύχτα! Ώρα επιβίβασης για την επόμενη πτήση στις 19:40. Παρακαλούνται οι τελευταίοι επιβάτες να προσέλθουν στην πύλη ελέγχου και να επιβιβαστούν στο αεροσκάφος. Μείνε λίγο ακόμα, να σε νιώσω, να σε αγκαλιάσω, να σε σφίξω. Πόσο γρήγορα έφυγε αυτό το καλοκαίρι, γιατί να φεύγεις, γιατί να μην έχει καθυστέρηση αυτή η ρημάδα η πτήση τώρα που το χρειάζομαι! Καλείστε στο γάμο μας που θα πραγματοποιηθεί στις 20.00 ακριβώς. Περίμενε, το έθιμο έτσι είναι, η νύφη πρέπει να στήσει τον γαμπρό κανένα μισάωρο, ανυπόμονε, αμάν, δεν είχες ποτέ σου υπομονή, λεπτά είναι, θα περάσουν. Να ζήσετε. 21:30. Ούτε κατάλαβα πότε έγινε το μυστήριο, το γλέντι, οι βέρες, όλα. 04:41. Πότε γνωριστήκαμε, πότε βρεθήκαμε σε εκείνα τα αγχωμένα ραντεβού, πότε ενωθήκαμε για πάντα. Και εγώ το ίδιο νιώθω. Πω. Μια ζωή μαζί! Λες να αχρηστέψαμε τον χρόνο; Έτσι μου ‘ρχεται να πετάξω τα ρολόγια μας στη θάλασσα.

Υποτίθεται ότι μιλούσαμε για βελτίωση αλλά τα πράγματα πάνε προς το χειρότερο. Ναι, έχει χάσει το χρώμα του, με δυσκολία ακούω καν τη καρδιά του να χτυπάει, τον περιμένουμε από ώρα σε ώρα. Να, ίσα που νιώθω τον σφυγμό του πάνω στο χέρι μου, έτσι όπως ακουμπάω το λαιμό του. 23:31. Όλο και λιγότεροι οι χτύποι. 23:33. Όλο και λιγότεροι. 23:36. Ένας χτύπος. 23:39. Κανένας χτύπος. Ώρα θανάτου: 23.40. Κουράγιο. Ο χρόνος είναι γιατρός. Ναι, γιατρέ μου, θυμάμαι πολύ καλά την ώρα που πέθανε ο πατέρας μου, έχω ταλέντο στο να καρφώνω τα μάτια, το μυαλό μου πάνω στα ρολόγια. Στη φάση της ανεργίας βέβαια, γίνεται μάλλον το αντίθετο. Είναι λες και των ρολογιών οι δείκτες γίνανε μαχαίρια που με φόρα έρχονται και καρφώνονται πάνω μου. Είχα βλέπεις την άθλια ιδέα να γεμίσω το σπίτι με τόσα πολλά ρολόγια και τώρα δεν μπορώ να ξεφύγω, είναι λες και με έχουν στοιχειώσει, όπου κι αν στρέψω το βλέμμα μου είναι εκεί, χτυπάνε όλα μαζί, μ’ αυτό το αναθεματισμένο τικ τακ που κάνουν σε διαφορετικό τόνο όλα τους και πάει να με τρελάνει, δεν μπορώ να ξεφύγω πια ούτε έστω για μισό δέκατο του δευτερολέπτου, ειδικά από εκείνη την περίεργη στιγμή που μου ανακοίνωσαν ότι μου μένουν λίγοι μόλις μήνες ζωής, ελάχιστος ο χρόνος των πάντων και του τίποτα, δεν μετριέται, κοντεύει μεσάνυχτα, 23:52, μεγάλωσα πια, δεν είναι όπως παλιά, βαδίζω πιο αργά, νυστάζω πιο νωρίς, 00:00, περασμένα μεσάνυχτα, έφυγε άλλη μια μέρα, έφυγε η ζωή μου όλη, η ζωή που περνά και χάνεται, χάνεται, δεν το κατάλαβα πως.

Πέρασε η ώρα.
ΠΗΓΗ
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Σοφία βέμπο, η μεγάλη τραγουδίστρια του αγώνα



Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του

Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του
και τη σκούφια την ψηλή του,
μ' όλα τα φτερά,
και μια νύχτα με φεγγάρι
την Ελλάδα πάει να πάρει,
βρε, το φουκαρά!

Ωωωωωωωωωωωωωχ.

Τον τσολιά μας τον λεβέντη
βρίσκει στα βουνά
και ταράζει τον αφέντη
τον μακαρονά.

Αχ, Τσιάνο, θα τρελαθώ Τσιάνο,
με τους τσολιάδες ποιος μου είπε να τα βάνω.

Αααααααααααααχ.

Ξεκινάει την άλλη μέρα,
μα και πάλι ακούει "Αέρα"
από τον τσολιά,
δρόμο παίρνει και δρομάκι
και πηδάει το ποταμάκι,
ξέρει τη δουλειά.

Ωωωωωωωωωωωωωχ.

Τρώει τις σφαίρες σαν χαλάζι από τον τσολιά,
κι όλο στρατηγούς αλλάζει για να βρει δουλειά.

Αχ, Τσιάνο, θα τρελαθώ Τσιάνο,
και στείλε γρήγορα τα μαύρα μου να βάνω.

Αααααααααααααχ.

Στέλνει ο νέος Ναπολέων
μεραρχίες πειναλέων
στο βουνό ψηλά,
για να βρουν τον διάβολό τους
κι ο στρατός μας αιχμαλώτους
τσούρμο κουβαλά.

Ωωωωωωωωωωωωωχ.

Και οι Κένταυροι οι καημένοι,
βρε τι τρομερό,
νηστικοί, ξελιγωμένοι
πέφτουν στο νερό.

Αχ! Γκράτσι, να μη σε δω Γκράτσι,
γιατί σε κάρβουνα αναμμένα έχω κάτσει.

Αααααααααααααχ.

Τρέχουν σαν τρελοί στους βράχους
κι από μας και τους συμμάχους
τρώνε τη κλωτσιά,
και χωρίς πολλές κουβέντες
μπήκαν Έλληνες λεβέντες
μεσ' τη Κορυτσά.

Ωωωωωωωωωωωωωχ.

Μέσα στ' Αργυρόκαστρο εμπήκε το χακί
και σημαία κυματίζει τώρα Ελληνική,
Αχ! Τσιάνο, θα σκοτωθώ Τσιάνο,
γιατί σε λίγο και τα Τίρανα τα χάνω.

Και 'πάθαν οι καημένοι
μεγάλη συμφορά,
κι η Ρώμη περιμένει
κι εκείνη τη σειρά.

Αααααααααααααχ.






Κορόιδο Μουσολίνι



Με το χαμόγελο στα χείλη,
πάν' οι φαντάροι μας μπροστά
και γίνανε οι Ιταλοί ρεζίλι,
γιατ' η καρδιά τους δεν βαστά.

Κορόιδο Μουσολίνι,
κανείς σας δεν θα μείνει,
εσύ και η Ιταλία,
η πατρίδα σου η γελοία,
τρέμετε όλοι το χακί.

Δεν έχει διόλου μπέσα
κι όταν θα μπούμε μέσα,
ακόμη και στη Ρώμη γαλανόλευκη
θα υψώσουμε σημαία ελληνική.

Βρέχει και κάτω από την τέντα,
δεν κάνουν βήμα προς τα μπρος
και γράφουν τ' ανακοινωθέντα,
φταίει ο κακός καιρός.

Κορόιδο Μουσολίνι,
κανείς σας δεν θα μείνει,
εσύ και η Ιταλία,
η πατρίδα σου η γελοία,
τρέμετε όλοι το χακί.

Δεν έχει διόλου μπέσα
κι όταν θα μπούμε μέσα,
ακόμη και στη Ρώμη γαλανόλευκη
θα υψώσουμε σημαία ελληνική


Στίχοι: Γιώργος ΟικονομίδηςΜουσική: Eldo Di LazzaroΠρώτη εκτέλεση: Νίκος Γούναρης, Κουρνάζος Άλλες ερμηνείες: Σοφία Βέμπο
Διαβάστε περισσότερα »

Ο Έφεδρος Ανθυπολοχαγός


Τι γύρευες στ' αλβανικό βουνό,
μονάκριβε νησιώτη;
Και λαβωμένο κλαίει το δειλινό
την ακριβή σου νιότη...

Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει.
Κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μες στο χιόνι.

Τα χρόνια σου καπνός τα παιδικά,
ανάσα η εφηβεία.
Στον τοίχο - ματωμένα ιδανικά -
μετάλλια και βραβεία...

Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει.
Κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μες στο χιόνι.


Στίχοι: Πυθαγόρας Μουσική: Γιώργος Κατσαρός Πρώτη εκτέλεση: Μαρινέλλα
Διαβάστε περισσότερα »

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ)



Α΄
Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Καθώς εχιόνιζε απ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που δόλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Μα όλος ο κόπος τ' ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της
Μέσ' στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.
Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
Θ' ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου
Τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ' ουρανού.

Β΄
Τώρα μέσ' στα Θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει.
Ο άνεμος αρπαγμένος απ' τις φυλλωσιές
φυσάει μακριά τη σκόνη του
Τα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
Η γη κρύβει τις πέτρες της
Ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Την ώρα που μέσ' από τα ουράνια θάμνα
Το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Κι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Κι ύστερα βάζει τους ανθρώπους να αντιχαιρετήσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!
Γι' αυτούς που με φωτιά η μαχαίρι κίνησαν
Κακό θ' ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός.
Μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ΄
Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο - κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε Θρύψαλα μέσ' στον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!

Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πηε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Μα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μέσ' στα δόντια ο θάνατος
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!

Δ΄
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ' ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ' ένα κλαδάκι λησμονιάς στ' αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του 'φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε "γεια παιδιά " τα ματοτσίνορα
Κι ή απορία μαρμάρωσε . . .

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του ,
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες,
Ακούν με προσοχή.
'Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.
Κάτω απ' τα πέντε κέδρα
Χωρίς άλλα κεριά
Κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Κι ανάμεσ' απ' τα φρύδια -
Μικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά τής μοίρας
Μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει ή θύμηση!

'Ω μην κοιτάτε ω μην κοιτάτε από που του-
Από που του 'φυγε ή ζωή. Μην πείτε πως
Μην πείτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη,
Κι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!

Ε΄
Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Κι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα τής μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μέσ' στη βροχή το δέντρo
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν -
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, που 'ναι το παλληκάρι;
Κι όλα τ' αιτόπουλ' απορούν που 'ναι το παλληκάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, που 'ναι ο γιος μoυ;
Κι όλες οι μάνες απορούν που να 'ναι το παιδί
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, που να 'ναι ο αδερφός μου
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν που να 'ναι ο πιο μικρός !
Πιάνουν το χιόνι, καιει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει

Πάν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣΤ΄
Ήταν ωραίο παιδί. την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους τής στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα.
'Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να πάν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί
Τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων,
Ήτανε τόσος ο Έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
Πιάνοντας ύστερα χορό μ' όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν' ακούσει και να χύσ' η αυγή το φως μέσ' στα μαλλιά του
Η αυγή που μ' ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατζουνάει τον ήλιο,
Να βάφει τα λουλούδια,
'Η πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν . . .
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνειας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα . . .

Ήταν γενναίο παιδί
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μέσ' στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
- Φωτιά στην άνομη φωτιά! -
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν;
Ήταν γενναίο παιδί!

Ζ΄
Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που ή νύχτα δεν κορώνει.
Χυμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Τίποτε. Μέσ' στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας,
Απ' τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει.
Δεν κλαιει πια ούτ' η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαιει. Μονάχ' από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Μήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Και κρύψουν τις αχτίδες τους
Και σταματήσουν
Εκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί.

Χυμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Τι να 'ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους - αχ αφήστε την -
Μισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαιει - αφήστε την -
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Κι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Τα περιβόλια για ν' ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Κι η λευτεριά για ν' αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

Η΄
Πέστε λοιπόν στον ήλιο να 'βρει έναν καινούριο δρόμο
Τώρα που πια ή πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Αν θέλει να μη χάσει από την περηφάνεια του
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Ας γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο να' βρει έναν καινούριο δρόμο
Μην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε να ' βγει μ' άλλη παρθενιά
Μη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ' αγριοπεριστέρια
Και μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Καθώς γλυκά φυσά ουρανός μέσ' σ' αδειανό κοχύλι
Μη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς,
Μόν' φέρτε από τις περιβόλες της παλληκαριάς
Τις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Τις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον' οι χρυσόμυγες
Και πάν με βιάση τα πουλιά ν' ακούσουνε απ' τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ΄
Φέρτε καινούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Καινούρια μάτια - Θέ μου - Τι τώρα που θα πάν
Να σκύψουν τα κρινάκια τής αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ' ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Τι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει "γεια σας παιδιά!"

Μέρα, ποιος θ' αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Νύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μέσ' στoυς κάμπους
Ή θ' αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ' τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ' άτρωτο άλογο
Και να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ' ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν' ασπαστεί τα βότσαλα
Και ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Να ' βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια,
Αίμα και λαλιά
Να ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Και να ριχτεί - αχ τούτη τη φορά -
Και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

Ι΄
Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν "ζωή να σε χαρώ!"
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Μόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Κι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Να πει μέσ' απ' τα μάτια του και τις σημαίες τους "Ζω!"

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού 'βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ' ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Κάθε πού 'θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ως τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του,
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του,
Γιατί και μια μόνο φορά μέσ' στη ζωή αν σημάνει
Αγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ' άστρο τα κρυφά στερεώματα
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στoλίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Με λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Κι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει -
Κι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IΑ΄
Κείνοι που επράξαν το κακό - γιατί τους είχε πάρει
Τα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
τη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! Και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Εκεί που γδύν' η θάλασσα τ' αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Μυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Κείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ' έλατα και με κρύα νερά
Μ' αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ' οργισμένον άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Με πικραμένα μάτια
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο - δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειό μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Μάνα που να 'χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Χορεύοντας να ' χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Κείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Μα κείνος που τ' αντίκρισε στους δρόμους τ' ουρανού
Ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

ΙΒ΄
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος.

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Και του μιλούν με μια ψιλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ' αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Με τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Με τα κλαδιά τους βουτηγμένα μέσ' στο λάδι του ήλιου
Θαύμα - Τι θαύμα, χαμηλά στη γη
Άσπρες φυλές μ' ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Και πιο βαθιά τ' απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του

Φαίνεται μέσ' στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων.
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ' όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε : το Πάσχα τ' ουρανού!

ΙΓ΄
Μακριά χτυπoύν καμπάνες από κρύσταλλο -

Λένε γι' αυτόν που κάηκε μέσ' στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριου το ανάβρυσμα
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη
Για τη νιφάδα που άστραψε μέσ' στο μυαλό κι εσβήστη
Τότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι' αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του 'Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Και κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντήλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου
Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ' το κατώφλι
Λένε για το ζεστό κι αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

ΙΔ΄
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ' όνειρο μέσ' στο αίμα
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει :
Ελευθερία,
Έλληνες μέσ' στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο :
Ε Λ Ε Y Θ Ε Ρ Ι Α
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στα νερά
Καράβια μ' ανοιχτά πανιά πλέουν μέσ' στους λειμώνες
Τα πιο αθώα κορίτσια
Τρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Κι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη.

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει !

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ολοένα εκείνος ανεβαίνει
Τώρα, λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Χαμένοι μέσ' στης αμαρτίας τη μοναξιά
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
"Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!"
"Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ ή ζωή αρχίζει"
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο : το Πάσχα τού Θεού! 


(Οδυσσέας Ελύτης)
Διαβάστε περισσότερα »

Ο Ελληνας ήρωας στρατιώτης του 1940!

 

Το πρώτο Γερμανικό πολεμικό ανακοινωθέν της 6ης Απριλίου 1941: «Τα επιτεθέντα Στρατεύματά μας, προσέκρουσαν εις πείσμονα αντίστασην. Η ικανότητα του εχθρού (Ελλήνων) για άμυνα, παραμένει αμείωτος».
Ημέρες και νύχτες διαρκή η γιγαντομαχία... Όλα τα ... εχθρικά κύματα θραύονται πάνω στην Ψυχή του Έλληνα Στρατιώτη... 9 Απριλίου 1941, 17.15΄.


Οι Γερμανοί επιστρέφουν στις θέσεις τους. Γερμανικό αυτοκίνητο με υψωμένη της λευκή σημαία, πλησιάζει τις Ελληνικές θέσεις στο κεντρικό δρόμο Κούλας-Σιδηροκάστρου... Τρεις Έλληνες στρατιώτες με επικεφαλή τον Ανθ/γό Ι. Δαμιανό πήγε προς συνάντησή τους. Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, χαιρετά τους Έλληνες σε στάση προσοχής και ζητά την παράδοση του οχυρού διότι οι Γερμανοί ήδη έχουν εισέλθει στην Θεσσαλονίκη και υπεγράφη ανακωχή. Ο Διοικητής του οχυρού, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απήντησε.- «Τα οχυρά δεν παραδίδονται, αλλά καταλαμβάνονται»!!!


Ο Γερμανός αξιωματικός διαβεβαιώνει στην στρατιωτική του τιμή, πως δεν πρόκειται για τέχνασμα και ορίζει την επομένη 10η Απριλίου 1941 και ώρα 18.00΄νέα συνάντηση. Στις 10 Απριλίου το οχυρό εγκαταλείφτηκε... Εξερχόμενοι οι Έλληνες μαχητές,απολαμβάνουν τιμές από Γερμανικό άγημα, το οποίο καλείται να επιθεωρήσει ο ΄Ελλην Ταγματάρχης! Η Ελληνική Σημαία δεν υποστέλλεται,παρά μόνο μετά την αποχώρηση και του τελευταίου Έλληνα Στρατιώτη. Τα ξίφη των αξιωματικών και τα όπλα δεν αφαιρέθηκαν!

Ο Γερμανός Ταγματάρχης, Max Wuensche, μετέπειτα Αξιωματικός των SS και Υπασπιστής του Αδόλφου Χίτλερ, απευθυνόμενος στον Έλληνα Ταγματάρχη, είπε.- «Σας διαβιβάζω τα συγχαρητήρια και τον θαυμασμό των ανωτέρων μου. Οι Γερμανοί αισθανόμεθα υπερήφανοι που είχαμε αντίπαλο έναν τόσο ηρωικό Στρατό».

Ο νεαρός και σκληροτράχηλος Γερμανός Ταγματάρχης, θα γράψει στο προσωπικό του ημερολόγιο... « εδώ πάνω, ακριβώς κάτω από την κορυφή στο κεντρικό σημείο του Ρούπελ,μένουμε άφωνοι! Μπροστά η κορυφή... αδύνατον να προχωρήσουμε. Όποιος τολμήσει να ξεμυτίσει γαζώνεται. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι τα λίγα και με δυσκολία φτιαγμένα αυτά οχυρά, θα ήταν τόσο δυνατά και μοντέρνα!

Ποιος μπορούσε να πιστέψει ότι οι Έλληνας θα μας αντιστέκονταν τόσο σκληρά, με τόσο πείσμα και ηρωισμό!». Οι Γερμανοί δεν κράτησαν αιχμαλώτους εις ένδειξη τιμής και σεβασμού...

Σ’ ένα οχυρωματικό συγκρότημα προκάλυψης, ένας Γερμανός Ταγματάρχης,ζητά να συναντήσει τον Διοικητή του... Παρουσιάζεται αγέρωχος ο Λοχίας ΄Ιντζος! Ο Γερμανός δεν μπορεί να πιστέψει πως το οχυρό διοικείται από έναν έφεδρο Λοχία! Του λέει... «Λοχία τούτο το μακελειό είναι δικό σου έργο. Μου σκότωσες τους καλύτερους άνδρες μου. Σε συγχαίρω!» Του δίνει το χέρι και κατόπιν διατάζει την εκτέλεσή του... Πάνω από 200 επίλεκτοι Γερμανοί Καταδρομείς κείτονταν νεκροί... Σ’ ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό, στην παράδοση του οχυρού «Καρατάς» ο Γερμανός αξιωματικός ζητά να δει κι αυτός τον Έλληνα Διοικητή... Παρουσιάζεται ένας νεαρός Ανθυπολοχαγός... Σαστισμένος ο Γερμανός Ταγματάρχης του προτάσσει το χέρι του και του λέει ,«Ανθυπολοχαγέ... Σε συγχαίρω! Μου θανάτωσες 400 άνδρες!». Ο ίδιος ο Χίτλερ, τον Μάιο του 1941, ενώπιον του Ράιχσταγκ, ομολόγησε.- «Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διατυπώσω πως, από όλους τους αντιπάλους μας, τους οποίους αντιμετωπίσαμε, ο ΄Ελλην Στρατιώτης επολέμησεν με ύψιστον ηρωισμόν και αυτοθυσίαν και συνθηκολόγησε μόνον όταν η περαιτέρω αντίστασή του ήτο αδύνατος και κατά συνέπειαν μάταια».




Τα Έθνη τα μικραίνουν ή τ’ απαθανατίζουν οι πολίτες τους. Κάθε πατρίδα χαίρεται τόση ευτυχία, όση αναλογεί στη σωφροσύνη των πολιτών της". Είναι όμως ν’ απορείς! Άμα μπήκαν οι Γερμανοί στο συγκρότημα “Μολών λαβέ” του οχυρού Ρούπελ, απάνω απ’ τους νεκρούς βρήκαν γραμμένη με κιμωλία τη φράση: “Στις Θερμοπύλες σκοτώθηκαν οι Τρακόσιοι. Εδώ θα πέσουν οι Ογδόντα”. Οι Σπαρτιάτες οι παλιοί ετοιμάζονταν από παιδιά με προσεχτική αγωγή για μεγάλα έργα. Τούτους τους φαντάρους, πότε νοιάστηκε η δική μας πολιτεία να τους διαπαιδαγωγήσει; Το κράτος τους είχε εγκαταλείψει στην τύχη τους κι οι διάφορες αναρχικές προπαγάνδες τους κατηχούσαν ελεύθερα. Ποιός είχε σταλάξει στις καρδιές τους, το μοναδικό δίδαγμα της αυτοθυσίας; Η Ράτσα! Αυτή ένωσε μπροστά στον κίνδυνο τους Έλληνες, χωρίς εξαίρεση. Όταν τα χιόνια σταμάτησαν την προέλαση του στρατού μας στην Αλβανία, κάποιος μέραρχος φοβήθηκε πως οι αφάνταστες κακουχίες, θα μπορούσαν να κλονίσουν το ηθικό του μετώπου και ζήτησε στα συντάγματά του να του στείλουν πίνακες από τους στρατιώτες εκείνους που ήταν γνωστοί ως κακόγνωμοι, για να τους απομακρύνει. Άμα όμως έλαβε τους πίνακες αυτούς, διάβασε έκπληκτος: “Δεκανεύς τάδε, εφονεύθη εις την μάχη της Μόροβας. Στρατιώτης τάδε, ετραυματίσθη εις την επίθεσιν της Ντούσνιτσας. Στρατιώτης τάδε, επροτάθη για πολεμικόν σταυρόν”. Σε μια εποχή που μεγάλα κράτη κλονίσθηκαν κι είχαν διαλυθεί οι στρατοί τους, η φωνή της ράτσας οδήγησε τους δικούς μας φαντάρους, να πολεμήσουν σα να είχαν αναστηθεί, από την ίδια την αρχαία Αθήνα……"

Υ.Γ (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ρούπελ» του Χ. Ζαλοκώστα) Αυτοί ήταν οι Έλληνες κι Αυτούς δεν τους νίκησαν ποτέ! Τιμή και Δόξα σε Αυτούς που δόξασαν την Πατρίδα μας, με τον ηρωισμό και το Τίμιο Αίμα Τους! Ως μνημόσυνο Τιμής και αιωνίου Μνήμης, με το χέρι στην καρδιά, ας τους δώσουμε την υπόσχεση. "Θα φυλάξουμε Θερμοπύλες κι εμείς, όπως κι εσείς".

Διαβάστε περισσότερα »

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ




Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν,

σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά,

με κανόνια τις πόλεις χαλάσαν,

μάς ανάψαν φωτιές στα χωριά,

μα οι εχθροί μας πια τώρα σκορπίσαν

και ξανά και για μας λευτεριά,

για να φτιάξουμε τα όσα γκρεμίσαν,

ας κοιτάξουμε μόνο μπροστά

Ρεφραίν

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει,

δεν την σκιάζει φοβέρα καμμιά,

μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει,

και ξανά προς την δόξα τραβά (δις)

Νέα δύναμη το έθνος θα πάρει,

σαν και πριν να βαδίσουμε εμπρός

κι ο καινούργιος στρατός με καμάρι,

να σταθεί των συνόρων φρουρός

Όλη αυτή με τον ήλιο προβάλλει

και ψηλά το κεφάλι κρατεί,

μια πατρίδα πολύ πιο μεγάλη,

μια πατρίδα πολύ πιο τρανή

(Ρεφραίν) (δις)
Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ο πιο όμορφος....«άσχημος»!!!




Όλοι στο συγκρότημα διαμερισμάτων ήξεραν ποιος ήταν ο «Άσχημος» . Ο Άσχημος ήταν ένας μικρός γάτος που περιφέρονταν στη γειτονιά και αγαπούσε τρία πράγματα σε αυτόν το κόσμο: να παλεύει με τους άλλους γάτους, να τρώει σκουπίδια αλλά και τα χάδια, όταν τα έβρισκε.

Ο συνδυασμός αυτών των πραγμάτων σε συνδυασμό με την ζωή που πέρασε στους δρόμους, είχαν την επίδρασή τους στον Άσχημο. Για παράδειγμα ο μικρός γάτος είχε μόνο ένα μάτι και εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει το άλλο, βρίσκονταν στη θέση του μια τρύπα. Δεν είχε όμως μόνο αυτό το πρόβλημα. Του έλειπε και το αυτί από την ίδια πλευρά που δεν είχε μάτι, ενώ το αριστερό του πόδι πρέπει να είχε σπάσει άσχημα στο παρελθόν και να επουλώθηκε με αφύσικο τρόπο γιατί στο περπάτημα του, δεν θύμιζε με τίποτα μια γάτα.
Όλοι είχαν προειδοποιηθεί να μην αγγίξουν αυτή τη γάτα. Ένας άντρας όμως το έκανε και του άλλαξε τη ζωή
Ο Άσχημος θα ήταν ένας όμορφος άσπρος γάτος, αν δεν υπήρχαν οι πληγές που κάλυπταν το τρίχωμα του, στο κεφάλι του, στο λαιμό του, ακόμη και στους ώμους του. Κάθε φορά που κάποιος έβλεπε τον Άσχημο είχε πάντα την ίδια αντίδραση: «Πω πω, πόσο άσχημη είναι αυτή η γάτα!!!»
Όλα τα παιδιά είχαν προειδοποιηθεί να μην τον αγγίζουν και οι ενήλικες του πέταγαν πέτρες, τον κλωτσούσαν και τον έδιωχναν όταν προσπαθούσε να πλησιάσει στις πόρτες τους.
Ο Άσχημος είχε πάντα την ίδια αντίδραση στις επιθέσεις των ανθρώπων. Αν του πέταγες νερό με το λάστιχο, στέκονταν πάντα ακίνητος μέχρι να βαρεθείς και να σταματήσεις. Αν του πέταγες πέτρες, αντί να τρέξει, σε πλησίαζε περισσότερο και έτριβε το ψηλόλιγνο σώμα του στα πόδια σου, σαν να σε συγχωρούσε για τη πράξη σου.
Κάθε φορά που ο Άσχημος έβλεπε μικρά παιδιά, έτρεχε γρήγορα προς το μέρος τους για να ακουμπήσει με το κεφάλι του τα χέρια τους, ικετεύοντας για την αγάπη τους. Αν αυτά δεν τον έδιωχναν αμέσως, έπαιρνε θάρρος και άρχιζε να γλύφει με μανία τα παπούτσια, τα παντελόνια ότι μπορούσε να βρει, σαν τους έλεγε «Ευχαριστώ που με αποδέχεστε όπως είμαι»
Μια μέρα ο «Άσχημος» θέλησε να μοιραστεί την αγάπη του με το όμορφο χάσκι ενός γείτονα. Το χάσκι όμως δεν ήταν τόσο ευγενικό και φιλικό με τον Άσχημο.
Όλοι η γειτονιά άκουσε τις κραυγές του δύστυχου γάτου την ώρα που το χάσκι τον δάγκωνε άσχημα σε όλο του το σώμα. Κάποιοι φιλεύσπλαχνοι γείτονες μόλις κατάλαβαν τι συμβαίνει, έτρεξαν για να τον βοηθήσουν. Ήταν όμως πολύ αργά για τον Άσχημο. Όταν πλησίασαν ήταν πια φανερό ότι η θλιβερή ζωή του, είχε φτάσει στο τέλος της.
Ο Άσχημος ήταν ξαπλωμένος στη μέση μιας μεγάλης κόκκινης κηλίδας. Τα πίσω πόδια και το κάτω μέρος της πλάτης του, είχαν πάρει ένα αφύσικο σχήμα, ενώ είχε τρομερές πληγές σε όλο του το σώμα.
Κάποιος άντρας, τον λυπήθηκε, τον σήκωσε και προσπάθησε να τον μεταφέρει στο σπίτι του για να τον περιποιηθεί. «Καθώς τον μετέφερα, μπορούσα να ακούσω τον συριγμό και το λαχάνιασμα του. Μπορούσα να αισθανθώ τον αγώνα που έδινε για να κρατηθεί στη ζωή» είπε αργότερα.
Την ώρα που ο άντρας έτρεχε προς το σπίτι του κρατώντας στην αγκαλιά του το τραυματισμένο γατί, κάτι ένιωσε. Γύρισε το βλέμμα του και είδε τον ετοιμοθάνατο Άσχημο να προσπαθεί, με όση δύναμη του είχε απομείνει, να τρίψει το κεφάλι του πάνω του. Ο άντρας τον χάιδεψε και αυτός γύρισε, τον κοίταξε με το ένα του μάτι και άρχισε να κάνει αυτόν τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνουν όλα τα γατιά όταν νιώθουν χαρά και ευχαρίστηση. Ακόμα και στις τελευταίες της στιγμές, μέσα σε τρομερούς πόνους, αυτή η σημαδεμένη γάτα το μόνο που ζητούσε ήταν λίγη αγάπη, ίσως και λίγη συμπόνια.
«Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι ο Άσχημος είναι το πιο όμορφο, το πιο τρυφερό πλάσμα που είχα δει ποτέ μου» είπε ο άντρας αργότερα. «Δεν προσπάθησε ούτε μια φορά να με δαγκώσει, να με γρατσουνίσει ή να παλέψει για να με αποφύγει. Ο Άσχημος απλά με κοίταξε σαν να μου εμπιστευόταν απόλυτα τη ζωή του, σαν να γνώριζε ότι θα μπορούσα να του ανακουφίσω τον πόνο του».
Ο Άσχημος τελικά πέθανε πριν προλάβει ο άντρας να φτάσει στο σπίτι του.
«Κάθισα σε κάποια σκαλοπάτια με το νεκρό γατί στην αγκαλιά μου για αρκετή ώρα και προσπαθούσα να σκεφτώ πώς ένα σημαδεμένο, παραμορφωμένο μικρό αδέσποτο μπόρεσε και άλλαξε έτσι τη ζωή μου. Πως μου δίδαξε μέσα σε τόσο λίγα δευτερόλεπτα τι σημαίνει να έχεις πραγματική καθαρότητα του πνεύματος, να αγαπάς τόσο απόλυτα και τόσο αληθινά. Να δίνεις, χωρίς να ζητάς ανταλλάγματα. Ο Άσχημος μου έμαθε πολλά περισσότερα για την προσφορά και τη συμπόνια από χίλια βιβλία, διαλέξεις ή τηλεοπτικές εκπομπές. Γι “αυτό θα τον ευχαριστώ για πάντα. Ο Άσχημος ήταν σημαδεμένος εξωτερικά, αλλά εγώ ήμουν σημαδεμένος εσωτερικά. Ήταν ώρα για μένα να προχωρήσω και να μάθω να αγαπώ αληθινά και βαθιά. Για να δώσω τον εαυτό μου σε εκείνους που νοιάζονται για μένα.»
Κάποιοι άνθρωποι θέλουν να είναι πιο πλούσιοι, κάποιοι πιο επιτυχημένοι και κάποιοι άλλοι πιο όμορφοι. Ο άντρας όμως από εκείνη την μέρα, όπως είπε, θα προσπαθήσει απλά να γίνει πιο άσχημος.
dinfo.gr
Διαβάστε περισσότερα »
Related Posts with Thumbnails