Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Ποιητικό αφιέρωμα για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821

25η Μαρτίου 1821 (ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ Σ.)

Ακρίτα στης Ευρώπης τους πυλώνες
η Μοίρα σ' έχει τάξει, Μάννα Ελλάδα,
τη λευτεριά να διαφεντεύης στους αιώνες.

Χαρά σου, όταν Φειδίες με λαμπεράδα
στη γή σου πελεκούνε Παρθενώνες
κι Αισχύλοι ανάβουν θεία ανέσπερη λαμπάδα

Μα ο πόνος σου βαθύς, όταν βαραίνει
τυράννων μαύρη σκιά τ' άγιο σου χώμα
και της ελπίδας τους ανθούς αργομαραίνη.

Κακό όμοιο εκράτει κάποτε -κι ακόμα
πιο ασήκωτο- την όψη σου θλιμμένη.
Κι ήταν πικρόχολο, που σώπαινε το στόμα

Μια αυγή όμως -της φυλής την αμαρτία
το πλήρωμα του χρόνου είχε ξεπλύνει-
το βλέμμα ρίχνοντας στην που έσβηνεν εστία,

Τινάχτης, Κι ήταν Μάρτης, οι άσπροι κρίνοι
ευώδιαζαν. Τινάχτης την αιτία
για να μετρήσης του κακού, που φρένα λύνει

Κι ως στάθηκες ψηλά στο μετερίζι,
με ορμή, που ξεπερνούσε και του ανέμου,
το κοφτερό έσυρες σπαθί σου, που σπιθίζει.

Και φώναξες τρανά "Καιρός πολέμου.
Με ανθούς του ονείρου η γη ξαναγεμίζει.
Ανάστα τώρα με την άνοιξη, λαέ μου".

******

 
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (ΣΟΛΩΜΟΣ Δ.)

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
Λαλεί πουλί, παίρνει σπειρί, κ' η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα, και κλαίει:
"Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω 'γω στο χέρι;
Οπού συ μούγινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει."

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι οσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε.
Και μες τη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Κι' ολόλευκο εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.

Και μες της λίμνης τα νερά, οπ' έφθασε μ' ασπούδα
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο
Το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κ' εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι' όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
*******


Μακρυγιάννης  (ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ Α.)
 
Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε
απ' τις σκόνες σκεπασμένο, το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο, Μακρυγιάννη,
Κι απάνω και στις δυο πλευρές γραφή
Απ' τη μια, τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
"Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ' αυτό να ξαναμπούμε πίσω
μα εγίναμε πουλιά και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε".
Κι απ' τη δεύτερη πλευρά, γραφή άλλη χαραγμένη:
"Απάνω στην αλήθεια μου ακόμα και τον θάνατο τον δέχομαι
τις τόσες φορές τον θάνατο εζύγωσα, αδερφοί μου και δε με πήρε,
που για τούτο, το θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω".
Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε απ' το χώμα αυτήν τη σπάθα
και τέτοια διάβασε απάνω της βαγγέλια...

******

Το τραγούδι του Αθανάσιου Διάκου

Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι
το 'να τηράει τη Λειβαδιά και τ'άλλο το Ζητούνι
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
"Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
- Νουδ' ο Καλύβας έρχεται, νουδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες".
Ο Διάκος σαν τ'αγροίκησε πολύ του κακοφάνει.
Ψιλή φωνήν εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
"Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δώσ'τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω την Αλαμάνα,
πούναι ταμπούρια δυνατά κι'όμορφα μετερίζια".
Παίρνουνε ταλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
"Καρδιά παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθήτε...
*******
Λάμπει ο ήλιος στα βουνά

Λάμπει ο ήλιος στα βουνά,
λάμπει και στα λαγκάδια,
έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά,
οι Κολοκοτρωναίοι
με τα μπαϊράκια τα χρυσά,
τις ασημένιες πάλες,
όπου δεν καταδέχονταν
τη γης να τη πατήσουν.
Καβάλα τρώνε το ψωμί,
καβάλα πολεμάνε
καβάλα παν στην εκκλησιά,
για να λειτουργηθούνε.
Φλωριά ρίχνουν στην Παναγιά,
φλωριά ρίχνουν στους ΄Αγιους
και στον αφέντη το Χριστό
τις ασημένιες πάλες.
- Χριστέ βλόγα τις πάλες μας,
βλόγα μας και τα χέρια.
*******
 
Σαράντα παλικάρια !!!

Σαράντα παλικάρια
από τη Λει-. από τη Λειβαδιά.
Πάνε για να πατήσουνε
την Τροπο-, μωρ' την Τροπολιτσά
Στο δρόμο που πηγαίνανε γέροντα,
μωρ' γέροντ' απαντούν.
Ώρα καλή σου γέρο
καλώς τα τα, καλώς τα τα παιδιά.
Πού πάτε παλικάρια
πού πάτε βρε, πού πάτε βρε παιδιά.
Πάμε για να πατήσουμε
την Τροπο-, μωρ' την Τροπολιτσά.
******
Εκείνοι οι αγώνες του λαού μας και η νικηφόρα έκβασή τους, ας μας δώσουν σήμερα την αισιοδοξία και την ελπίδα που χρειαζόμαστε για να πιστέψουμε ότι και σήμερα θα υπερβούμε τις δυσκολίες που ως Χώρα και ως πολίτες έχουμε και θα βρούμε σύντομα το δρόμο μας για ένα καλύτερο μέλλον, για μας αλλά κυρίως για τη νεολαία μας.
Διαβάστε περισσότερα »

Δεν σε φοβάμαι...


Διαβάστε περισσότερα »